Top Definition
Un-re-fu-ee-ate-ed.

To be challenged; to be unfounded.
Kevin's grasp of the English language is unrefutiated.
από Shari Fedak 16 Σεπτέμβριος 2005

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×