Top Definition
The act of feigning enthusiasm.

Usually sarcastic, but can sometimes be a means of gratifying a dull anecdote.
"I had to use my unthusiasm to get rid of that guy."

"Hey man, no need to use unthusiasm on me."
από Jedimintrick 25 Οκτώβριος 2006
1 more definition
Lack of enthusiasm.
Either sarcastic enthusiasm, or from boredom.
1) Woop. Wa-hey. Yeah. This is fun.
2) Nice going with the unthusiasm there.
από Blue Jack 18 Οκτώβριος 2009

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×