Top Definition
1. Having current sexual knowledge of a female. 2. Being aware of the existance of something (usually something positive). See also all up in that.
"You see Lisa last night?" "I'm up in that, G." "Word."
από Dr. Shatner 6 Ιούνιος 2004

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.