Noun -an enlarged and rigid state of the vagina, typically in female sexual excitement.
"Lydia had a vagina boner when checking out Flush Studios.com"
από Saucy_Jack 24 Ιούνιος 2009
A boner...for your vagina
"He was so sexy I got a vagina boner."
από Kappa Theta Mu 23 Ιανουάριος 2012
a transvestite with a boner
Josh and Michael have a vaginaboner.
από tacotacofuckyourob 8 Ιανουάριος 2009

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×