1)Synonymn for a horse.
2) A renowned gaysian.
3) (verb) To do a vaish-the act of being a clumsy horse and knocking a shisha over (and subsequently burning a hole in a sofa).
4) A type of hairstyle (see quiff).
5) (verb) To vaish-the act of saying CRICKET whilst sleeping.
Person 1: OMG Vaish is such a HORSE
Person 2: I know! He is literally and simply a HORSE
από Rahul Vaish 9 Ιούνιος 2009

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×