Top Definition
When a women is screwed so fantastically hard that her vagina splits towards her ass leaving a gaping hole know as a vajass.
I fucked this girl so hard last night that I gave her a vajass! I tried talking to her afterwards but the echo was terrible.
από R+D 15 Απρίλιος 2011
2 Words related to Vajass

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×