Top Definition
A skilled yachtsman, pilot, astronaut, marksman, and a word class basket weaver.
What a Vaught, that guy can do anything!
από Doogs Sr. 8 Φεβρουάριος 2009
9 Words related to Vaught
Anything described as small or simular in size to branflakes penis.
that shot is a vaught too small.
από mr. joe blow 22 Μάιος 2010

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×