Top Definition
The act of hitting someone in the face with a penis or a penis-like object.
That Bitch just got vinced. I accidentally hit her in the face with pickle. I vinced her. I was vincing him all night long.
από fattys 22 Αύγουστος 2008

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×