Top Definition
-verb. To be cleared of an accusation, as in vindicated, but one containing a moral element.
I couldn't convince my boyfriend that I didn't cheat on him with that cute guy from work, but I was vindictified when it turns out that the cute guy is totally gay.
από AngelaWS 4 Φεβρουάριος 2009
6 Words related to Vindictified

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×