Top Definition
An alcoholic beverage consisting of gatorade mixed with vodka.
Before Henrietta left for the party, she mixed up a quick bottle of camoflaged Vodkorade.
από cheea 14 Οκτώβριος 2009
5 Words related to Vodkorade

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×