Top Definition
The act of fluffing, or otherwise prepping random half naked men for various group oriented activities.
Danillio was a bit hairy but she Vronded him and he was go to go.
από Traveling salesman 12 Σεπτέμβριος 2012

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×