Top Definition
When you are walking in front of a car and the driver revs the engine loudly in order to get your attention or let you know he has noticed how sexy you look.
1) "Haha, I just got vroomed walking here..."

2) "That person just vroomed at me."
από MyPieCreations 29 Ιούλιος 2010

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×