Top Definition
someone who whacks their wizer/wizang i.e beats their meat (masturbates) in a furious manner.
Put that dirty magazine down Khalifa, you raging wizwhacker!

Stop wizwacking, grandad, nany will be home soon!

khalifa wizwhacked himself into an aneurism!
από MASTER WISDOM 3 Απρίλιος 2008

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×