Top Definition
To roll around in or on anything, while enjoying the hell out of it.
Uncle Scrooge loves wallerin in his big ass vault of gold.
#wallowing #wallering #rolling #flopping #and pigs
από Crack Bar Waller 25 Μάιος 2009
the way a fat nasty woman makes an entrance... (usually used in the southern parts of the US)
damn son! did yall see that fat bitch come a wallerin in the store yesterday?
#wallering #walerin #waller #wallow #hog waller
από j_i_m_b_o 21 Φεβρουάριος 2010
Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×