Top Definition
An undetermined period of time during which a single man neither masturbates nor watches pornography.
During Wankopause, a man's productivity increases 50000%.
από skyjuice 30 Δεκέμβριος 2008
5 Words related to Wankopause

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.