Top Definition
noun. Used to describe a person who commits unpleasant deeds for personal gain. Similar to "dick".
Louis: Whats's with that guy?
Laura: I know, he's such a wanky twat.
από Polionius 10 Αύγουστος 2008
5 Words related to Wanky Twat

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.