Top Definition
A lot of War, a species, year, or time that consists of a lot of war; Full of war.
1. This year is going to be a very warful year.

2. Humans are a warful species.

3. 1945 was a warful year.
από Lammalord 11 Ιανουάριος 2009

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.