Top Definition
literally, a man who takes warm showers
a pussy, a complainer, a whiner, not so macho

German origin
Person 1: But I don't feel like it!
Person 2: Don't be a Warmdüscher.
από mardigrasmask 6 Δεκέμβριος 2008
6 Words related to Warmdüscher

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×