Top Definition
A hole that is warm; notably, a vagina.

Often mistaken for "wormhole", although both holes are often frequented with similar things.
A baby octopus came out of her warmhole.
από Fosterpython 8 Ιανουάριος 2009
6 Words related to Warmhole

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×