Top Definition
n.
A urinal designed to accommodate multiple users. May vary in style from the stainless steel trough or simply a large hole in the ground.
The men all lined up to relieve themselves at the water hole.
#urine #urinal #trough #water hole #watering hole #pee
από Ladderwalker 29 Ιανουάριος 2009
n.
A run-down bathroom, much less desireable than a Water Closet.
George was forced to brush his teeth in the rancid Water Hole.
#bathroom #wc #water closet #restroom #urinate
από Ladderwalker 29 Ιανουάριος 2009
Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×