Someone who camps or avoids all combat at an attempt of getting himself all available weapons in an online game, such as Doom.

A cheat.
"Stop being a weapon pikey asshole, I only have a handgun!"
από JMM 22 Ιούνιος 2006

6 Words Related to Weapon Pikey

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×