Top Definition
The act of handling cocks all day long and also trying to weave them into a blanket.
That man is a cock weaver, he is weaving cocks into blankets.
από Original CW 28 Αύγουστος 2008
5 Words related to Weaving Cock

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×