Top Definition
n.

1.) An unattractive male homosapian with only one eye brow. He thrives off of blumkins and rainbow kisses. Also, they always have mega hot sisters.
Yo I just smashed Weisel's sister.
από MMZ 13 Αύγουστος 2008
5 Words related to Weisel

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×