Wellering: pronounciation: weh-lur-ing

Verb- being forced into paying considerably more than the expected price of item(s). Generally starting with a $100 per instance, but can be much higher.

Long term effects of wellering: bankruptcy, divorce, feeling if inadequacy, and depression.
He told me theses parts would cost 150$, and now wellering me into paying 225
από Rocko123456 26 Μάρτιος 2013

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×