Top Definition
The act of placing a wet, limp penis onto an object
Guy: Dude, I was with this chick last night and totally wet tadpoled her when she was passed out drunk
Friend: That's so amazing
από PRSC 16 Φεβρουάριος 2009
5 Words related to Wet Tadpole

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.