Top Definition
To stomp someone with excessive weight, crushing the helpless victim.
Catherine got angry when she found out this was made and whale stomped the poor guy.
#whale #stomp #whaling #step #stomping
από iblurz 11 Μάιος 2011
Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×