Top Definition
The act of becoming intoxicated and then proceeding to go out with your friends and flirt with many members of the opposite sex, dance, say stupid things, and in general have a wonderful time.
Tiffany is tired today because she was out all of last night whipping around.
από TMaC 21 Μάρτιος 2004
2 Words related to Whipping Around

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.