Top Definition
Whoop-D,( noun) Commonly used to insult a woman, or a jiggalo. Another name for calling someone a slut, or whore
1)Drew was definitely acting like a whoop-d today in the library.
2)Dannng that was a whoop-d move.
3)Your such a whoop-d
από Morgan.B 23 Φεβρουάριος 2011

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×