Top Definition
Verb
To completely dominate someone/something.
The next degree after pwn (aka its better than pwn)

Originated on World of Warcraft (Blackhand server), by Writhe and Sawachika during raiding.
"I'm going to whoopastomp you for doing that"

"God, that boss whoopastomped us"
από Smmansfield 19 Οκτώβριος 2009
5 Words related to Whoopastomp

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×