Top Definition
A coma-like, mid-afternoon sleep like state resulting from a) "whoring it up" the night before; b) planning to "whore it up" later in the evening or c) a combination of the two.
1: anyone seen Jay lately?
2: he's taking a whore nap, better leave him alone.
από John Wesley 21 Φεβρουάριος 2008
5 Words related to Whore Nap

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×