Top Definition
A pimp, an irresponsible ladies man, or any other form of related low-life who pockets his coin off of live female flesh.

Etymology: Coined usage, from "Whore" for prositute and "Meister," German for "Master."
Hugh Hefner is a real Whore Meister!

See also: Hefner, Whore Master
από Chance Wayne 18 Απρίλιος 2006

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×