Top Definition
The mischievious monkeys in the play Seussical.
The wickershams stole Horton's clover.
από CFuck 2 Δεκέμβριος 2007
An extremely large-breasted woman with a penchant for making lesbian jokes in a non-confrontational manner.
"My girlfriend is a riot. She's such a Wickersham."
από BabyGotBack2.0 2 Φεβρουάριος 2010

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×