1)something that is wicked and very origional.

2)a wika freestyla is a method of basket fashioning that is unconnected to any previous genre of basket modeling.

see wika
1) dat tune is wika freestyla.

2) Man, dat basket is wika freestyla

Combining both the above.

3) Dat is a wika freestyla wika freestyla. Sick!
από Boomtown H 25 Ιούλιος 2006

6 Words Related to Wika Freestyla

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×