Top Definition
1. half priest, half beast, this horned mythological monster prays on the bones of children, while posing as a respectable member of society.
The Wildapriest reared it's ugly head and galloped off toward the elementary school with a hungry look in his eyes.
από Fotofly 23 Νοέμβριος 2010

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×