Top Definition
Someone who lacks talent but compensates with his or her attractiveness. The term is typically used for males. Often spelled as "Wimzay" as well.
"That guy has no artistic ability at all"
"Yeah, but he's a Wimzy"
από WMSxJinn 30 Απρίλιος 2010

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×