Top Definition
The act of sucking one's cock, and then taking a penis up your anus. and/or having your anus licked then penetrated with a baseball.
You can tell Ben got a Winckler last night, he is walking funny.
από Mustafa escobar 16 Αύγουστος 2008
4 Words related to Winckler

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×