Top Definition
To get screwed.

When you're really looking forward to something and it ends up going really wrong.
You just got Windsor'd, son!
#screwed #f'd #fucked #messed with #windsored
από KipOBannon 29 Μάρτιος 2011
Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×