Top Definition
1. Going with the flow
2. Hittin' that
1. I'm just winging it.
2. I was totally winging that.
από Ninja Shirley 22 Ιούνιος 2011
Winging someone - to whore them off to the opposite sex!!
Tonight we are going to be winging Ashley big time!
από hudson18 27 Μάιος 2013
Old philly slang for when someone smells bad
Ayo you need some deodorant because your underarms was winging
από Dsmooth 31 Μάρτιος 2008

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.