Top Definition
n. Any witty, clever, jocular, cheeky, or otherwise exceptionally intelligent being; a wag. Derivation of adj. "wit" and n. "screwball."
Conan O'Brien never ceases to shoot off those one-liners. Assuming his jokes aren't scripted by someone else, the guy is a real witball.
από Vegan Steven 28 Φεβρουάριος 2010

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.