Top Definition
To be both sarcastic and witty. To be witcastic, one would use "witcasm"
a girl: Don't mess with the new chick
her friend: why not?
a girl: If you say anything to her, she'll just be witcastic right back to you.
από JeNeParlentPasVraimentFrançais 23 Σεπτέμβριος 2009
5 Words related to Witcastic

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×