Top Definition
A window through which an individual yells strange and obscene statements at unsuspecting passerbyers.
I just got woomer-windowed. verb.

He just used the moonroof on my Civic as an woomer-window. noun.

My buddy fell through the woomer-window window. adj.

από Jonathan Moon 26 Νοέμβριος 2006

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×