Top Definition
The mental state in which you are both worried and terrified at the same time.
That girl is saying she missed her period. The whole thing's got me worrified.
#scared #worried #afraid #terrified #fear
από Austin L G 3 Ιανουάριος 2009
Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×