Top Definition
Noun: A person you have very intimate feelings for/love allot.
Verb: To love someone tremendously

Sidenote: Weebles wovlz but they don't fall down.
Noun: "Hey wovlz...when we going snowboarding?"
Verb: "I wovlz you." "Come on over here so we can wovlz."
από Wovlz 23 Δεκέμβριος 2008
5 Words related to Wovlz

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×