Top Definition
A perfectly reasonable explanation for not attending or going through with something. People who do this should be admire and revered.
Person 1: "Alice is wussing out of going to a cocktail party. "
Person 2: "Good for Alice, I always knew she was awesome!"
από ElbowJoint 8 Απρίλιος 2010
1 Word related to Wussing Out

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×