Top Definition
1. A different, more cooler version of the word 'yawn'.
2. Being so tired that you're 'yamning'.

3. A word created by a person so cool, but who 'yamns' too much.
*yamn* I'm so tired, I'm just going to fall asleep so I can stop yamning.
από Sexy♥chica 14 Ιούνιος 2009

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×