Top Definition
Gay male who takes a measurable amount of cock To the butt and or the mouth.
He is a Yard Taker. He loves the cock.
από Powdered Toast 8 Οκτώβριος 2009
6 Words related to Yard Taker

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.