Top Definition
An orgasm relating to yarn, knitting and the like.
When Petala walked into the yarn store, his eyes lit up with a yarngasm.

"Damn P-tat$, that sweating you knitted gave me a yarngasm.
από lesbiandinosaur 3 Νοέμβριος 2010

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×