Top Definition
To calm down or relax. To pass time idly. To keep company. Can often be used with "out."
After a strenuous day, Nathan and Makaela decided against going out for the night and decided to stay home and zope.
από NVFIN 31 Αύγουστος 2015
To be gigafied beyond all belief.
After we saw that gigabuck I turned into a Zope
από Ronaldo Gallagher 19 Ιούνιος 2008
to have raging wild buttsex
1) hey d00dz0r, wanna zope? (2) I zoped your mom last night
από z0per 20 Δεκέμβριος 2004

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.