Top Definition
The act of being an a-hole, or in more literal terms, an asshole.
Man, if I don't get my Metamucil soon, my boredom will change to a-holedom.
από davod 7 Απρίλιος 2004

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.