Top Definition
To jack off wildly. Some times to the same gender.
1. Why is the man named, Peter, always abrahamming everytime I see him?
2. Do not disturb him, he's abrahamming!
από abrahammingmaster 20 Αύγουστος 2011

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×